Saturday, September 16, 2017

Μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για τις μικρομεσαίες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις

Leave a Comment
Αξιοποιώντας τη σημαντική δυναμική των ξένων τουριστών, ο τουρισμός στην Ελλάδα αποδείχτηκε ανθεκτικός στη διάρκεια της κρίσης, ξεχωρίζοντας ως ένας από τους λίγους κλάδους που αύξησαν την απασχόλησή τους κατά την περίοδο 2008 - 2016 (7% έναντι μείωσης κατά 23% για το λοιπό εταιρικό τομέα). Παράλληλα, οι τουριστικές εισπράξεις από το εξωτερικό προσέγγισαν τα €13 δις το 2016 (από €11,6 δις το 2008), δημιουργώντας το 73% του εξωτερικού πλεονάσματος υπηρεσιών (από 57% το 2008). Υπό αυτές τις υποστηρικτικές συνθήκες, ο κλάδος τουριστικών καταλυμάτων αύξησε τη συνεισφορά του στο ΑΕΠ (3,5% το 2016 από 2,5% το 2008, και έναντι 1,6% κ.μ.ο. στις βασικές ανταγωνίστριες μεσογειακές χώρες).



Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος αύξησε την εξωστρέφειά του και υπερκάλυψε την πτώση της εγχώριας ζήτησης. Αιχμή της ανόδου αποτέλεσαν οι μεμονωμένοι ξένοι τουρίστες (οι οποίοι αύξησαν το μερίδιο τους στην εξωτερική ζήτηση ξενοδοχείων σε 45% το 2016 από 25% το 2008 – περιορίζοντας έτσι τη συνεισφορά των πρακτορείων εξωτερικού). Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, καθώς οι μεμονωμένες κρατήσεις είναι πιο προσοδοφόρες, με τη διαφορά να αγγίζει το 20% το 2016. Επίσης αξιοσημείωτο σημείο της περιόδου κρίσης είναι η ποιοτική αναβάθμιση (που συνοδεύτηκε από αύξηση κλινών κατά 10% την περίοδο 2008-2016), με περισσότερο από το 80% των νέων κλινών να αφορούν ξενοδοχεία 4-5 αστέρων, διαμορφώνοντας το συνολικό τους μερίδιο στο 43% των κλινών το 2016, έναντι 37% το 2008.

Καθώς η αύξηση της προσφοράς (κλινών) ήταν λιγότερο έντονη από την αύξηση της ζήτησης (10% έναντι 19% την περίοδο 2008-2016), τα ελληνικά ξενοδοχεία πέτυχαν αύξηση πληρότητας. Η πορεία της πληρότητας αντικατοπτρίστηκε στην πορεία των τιμών για μεμονωμένους τουρίστες, οι οποίες μετά από μία μείωση της τάξης του 14% την περίοδο 2008-2013, ανέκαμψαν έντονα την περίοδο 2013-2015 (αύξηση 23%). Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, οι πωλήσεις των ελληνικών ξενοδοχείων αυξήθηκαν κατά 18% την περίοδο 2008-2015 και το περιθώριο λειτουργικού κέρδους επανήλθε κατά την τελευταία τετραετία στα επίπεδα προ κρίσης (24% το 2015 από 20% το 2010). Ωστόσο, ο συνδυασμός αρνητικών διαταραχών του 2016 (αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή και καθυστερημένη επίδραση από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων) άσκησαν εκ νέου αρνητικές πιέσεις στις τιμές και ανέκοψαν την ανοδική τάση των ξένων τουριστών στα ελληνικά ξενοδοχεία.

Περισσότερο σημαντικό από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις της ημερήσιας τουριστικής δαπάνης για διαμονή, σίτιση και λοιπές υπηρεσίες/αγαθά (περίπου το 1/2 κατευθύνεται στα ξενοδοχεία) είναι το γεγονός ότι αυτή παραμένει την τελευταία δεκαετία κοντά στα €70 - επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο των ανταγωνιστών (κατά περίπου 15%). Πιθανή ερμηνεία αυτής της εξέλιξης αποτελεί η ποιοτική σύνθεση των τουριστών, καθώς αυξάνεται το μερίδιο αφίξεων από τη ΝΑ Ευρώπη σε 11% το 2016 από 4% το 2005 (εν μέρει λόγω της σταδιακής βελτίωσης των σχετικών υποδομών οδικής σύνδεσης, όπως η Εγνατία Οδός και οι νέοι συνοριακοί σταθμοί, αλλά και της αύξησης του κατάκεφαλήν εισοδήματος στις χώρες αυτές). Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των τουριστών υψηλού εισοδήματος μειώθηκε γεγονός που επιβεβαιώνεται από την έρευνα της ΕΤΕ σε 200 μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις για το διάστημα 2008-2016 (από 27% σε 23% των πελατών τους από το εξωτερικό).

Η επιδείνωση του τουριστικού μείγματος δεν είναι ομοιόμορφη σε όλα τα ξενοδοχεία. Πιο αναλυτικά, το αδύναμο κομμάτι των ξενοδοχείων, όντας λιγότερο εξωστρεφές (με 60% των επισκεπτών Έλληνες, έναντι 30% για τα δυναμικά ξενοδοχεία), αντιμετώπισε έντονη ανάγκη εσπευσμένης αναπλήρωσης μεγεθών εξαιτίας της φθίνουσας εσωτερικής ζήτησης. Ωστόσο, οι χαμηλής ποιότητας κτιριακές εγκαταστάσεις τους (μόλις το 27% είναι 4 αστέρων και άνω, έναντι 74% για όσες αύξησαν πωλήσεις) επηρέασαν αρνητικά την ικανότητα προσέλκυσης τουριστών υψηλού εισοδήματος από τις παραδοσιακές και οικονομικά ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές, αναγκάζοντας τες να στραφούν προς τις αγορές των Βαλκανίων και την Ανατολικής Ευρώπης. Η εξέλιξη αυτή έχει και μία περιφερειακή διάσταση, καθώς τα αδύναμα ξενοδοχεία παρουσιάζουν υψηλή συγκέντρωση σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας (1/2 των ξενοδοχείων σε Μακεδονία και Θράκη, έναντι 12% για Κρήτη και Νότιο Αιγαίο), οι οποίες χαρακτηρίζονται από σχετικά χαμηλή ημερήσια τουριστική δαπάνη (περίπου €50 έναντι €80 για την Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο).

Δεύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού είναι η υψηλή εποχικότητα, με άνω των 3/4 των διανυκτερεύσεων να αφορούν την περίοδο Ιουνίου - Σεπτεμβρίου (έναντι 60% για ανταγωνιστικούς προορισμούς), με αποτέλεσμα να περιορίζεται
  • η πληρότητα έτους στο 27% (έναντι 40% για τους ανταγωνιστές) και 
  • η απόδοση των τουριστικών υποδομών η οποία είναι 8% χαμηλότερη έναντι των ανταγωνιστών σε όρους λειτουργικής κερδοφορίας ανά μονάδα παγίων (παρά τη στήριξη της κερδοφορίας από τις υψηλές τιμές των καλοκαιρινών μηνών). 

Μεσοπρόθεσμα, (i) η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου στα πρότυπα των άμεσα ανταγωνιστικών προορισμών σε συνδυασμό με (ii) την προσέγγιση της ποιοτικής σύνθεσης των τουριστών στην Ελλάδα με αυτή σε άμεσα ανταγωνιστικούς προορισμούς θα μπορούσε να αυξήσει τις τουριστικές εισπράξεις κατά €5 δισ. ετησίως από τις οποίες ποσοστό άνω του ½ εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί στα ξενοδοχεία. Οι απαιτούμενες επιπλέον επενδύσεις για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής είναι σωρευτικ €6 δις σε ξενοδοχεία και €16 δις σε λοιπές τουριστικές υποδομές με τις αναβαθμισμένες υποδομές να προσελκύουν υψηλότερου εισοδήματος τουρίστες λειτουργώντας αυξητικά τόσο για τις τιμές των ξενοδοχείων όσο και για την ευρύτερη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Οι παραπάνω υποδομές θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σε ορίζοντα πενταετίας, αν οι ετήσιες τουριστικές επενδύσεις επιστρέψουν κοντά στο προ κρίσης επίπεδό τους. 

Επιπλέον, ο περιορισμός της εποχικότητας συνάδει με την προώθηση των αστικών προορισμών, των οποίων τα ξενοδοχεία τονίζουν ως σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης την ανάδειξη ειδικών μορφών τουρισμού (συνεδριακός, ιατρικός, αθλητικός κτλ.).

Βρείτε όλη τη μελέτη με αναλυτικά γραφήματα εδώ


Πηγή: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος